«Ενα βράδυ στην Καστέλλα, σε μια όμορφη κοπέλα, πού’πινε τ' απεριτίφ της, ρίχτηκε ένας τσίφτης απ' την Κοκκινιά...». Το τραγούδι κλασικό όσο και η βαριά αρχοντορεμπέτη μάγκα φωνή που το τραγουδά και καταλήγει με στόμφο: «Αχ, βρε παλιομισοφόρια τι τραβούν για σας τ' αγόρια». Η όλο παράπονο φωνή ανήκει στον Βασίλη Αυλωνίτη, τον πληθωρικό αυτό κωμικό που λάμπρυνε τη σκηνή με την παρουσία και το ταλέντο του.
Η ερμηνεία του σ' αυτό το τραγούδι των Μ. Χατζιδάκι - Αλ. Σακελλάριου ήταν χαρακτηριστική και τόσο επιτυχημένη που παρά τις διασκευές που έγιναν το τραγούδι παραμένει κλασικό και ανεπανάληπτο, όσο και η ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» που γυρίστηκε το 1955 από τη «Φίνος Φιλμ» και εκτός τον Βασίλη Αυλωνίτη συμπρωταγωνιστές του ήταν οι Μίμης Φωτόπουλος και Τζένη Καρέζη. Στη συγκεκριμένη σκηνή όπου ο Αυλωνίτης ( (Αθήνα, 1904 - Αθήνα, 1970) —πλανόδιος λατερνατζής— παίζει τα «Παλιομισοφόρια» είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος απόδοσης του τραγουδιού: ύφος μάγκα, βαριά, στεντόρεια φωνή —αν και λίγο φάλτσα— γνήσια λαϊκή και η μορφή του Αυλωνίτη να γεμίζει την οθόνη πληθωρική από μόνη της και ο αυθεντικός αναστεναγμός «άλα της» και «ωω...» φουσκώνει τα στήθη του πρωταγωνιστή... Ο Βασίλης Αυλωνίτης γεννήθηκε στα 1904 στην Αθήνα και η αγάπη του για το θέατρο οδήγησε τα βήματα του σταθερά προς την επιτυχία από την πρώτη εμφάνιση του στη θεατρική σκηνή το 1924, όταν εικοσάχρονος φιλόδοξος νεαρός συμμετέχει στο θίασο Ζαφειρίου με το έργο «Ερωτικές γκάφες». Εκτοτε ο Αυλωνίτης όχι μόνο δεν απαρνήθηκε την Τέχνη του ηθοποιού, αλλά την υπηρέτησε πιστά και με εξαιρετική επιτυχία ως το θάνατο του.
Ιδιαίτερα σημαντική, βέβαια, θεωρείται η συγκρότηση δικού του θιάσου το 1928 με το όνομα «Κλείδωνας». Εκτοτε πρωταγωνίστησε —επικεφαλής θιάσων— κυρίως σε επιθεωρήσεις- το θεατρικό αυτό είδος γνώρισε μεγάλη επιτυχία στις δεκαετίες '50 και '60 κατά τις οποίες διαμορφώθηκε και η μεγάλη σχολή των κωμικών του μεγέθους του Βασίλη Αυλωνίτη, οι οποίοι και συνεργάστηκαν μαζί του. Ονόματα όπως οι Φωτόπουλος, Ηλιόπουλος, Σταυρίδης, Χατζηχρήστος, Βλαχοπούλου, διέπρεψαν και αποτελούν αξεπέραστα πρότυπα του θεάτρου και του κινηματογράφου.
Ο Αυλωνίτης θεωρήθηκε απ' τους ιδρυτές αυτής της σχολής και θεμελιωτής ενός είδους φαρσοκωμωδίας που προωθούσε το λαϊκό στοιχείο στους τύπους που ερμήνευε, χωρίς όμως ίχνος λαϊκισμού. Από τις πρώτες του ταινίες ήταν το «Χαρούμενο ξεκίνημα» της «Φίνος Φιλμ» στα 1954 μαζί με τους Ντίνο Ηλιόπουλο και Γιώργο Οικονομίδη. Μια χαρούμενη κι ανάλαφρη ταινία με ήρωες τρεις φτωχούς πλην τίμιους φίλους που προσπαθούν να «πιάσουν την καλή». Ολες οι ταινίες που θα γυρίσει ο Αυλωνίτης κατόπιν θα χαρακτηρίζονται από μια ανάλαφρη, αλλά βαθιά ριζωμένη στο λαϊκό στοιχείο ερμηνεία που εξωτερικεύεται τόσο φυσικά και αβίαστα από τον αξέχαστο κωμικό, που δίνει την εντύπωση πως κάθε ρόλος του δεν είναι προϊόν ενός τρόπου καλού παιξίματος, αλλά αποτελεί βίωμα του και προσωπική του μαρτυρία.
Ταυτόχρονα, ο Αυλωνίτης γνωρίζει εξαιρετική επιτυχία στο θέατρο όπου σε προσωπικό του νούμερο προτρέπει το κοινό: «Φάτε...». Οσο απλή κι αν φαίνεται η προτροπή αυτή, τόσο πιο αφοπλιστική είναι η ερμηνεία του Αυλωνίτη: βγαίνει ένας δυνατός ήχος —παρήχηση του Φ— ο ηθοποιός φουσκώνει τα μάγουλα του με τον τρόπο που μόνο εκείνος γνωρίζει και το κοινό τον αποθεώνει. Το ιδιαίτερα εύπλαστο πρόσωπο του θα τον βοηθήσει κι αργότερα αποτελώντας «κρυφό άσο στο μανίκι του» και ευτυχώς οι ταινίες του είναι αδιάψευστος μάρτυρας αυτού του ταλέντου και της φυσικής κατατομής που του επιτρέπουν να κάνει απίστευτα αστείες γκριμάτσες με επιτυχία. Παρ' όλα αυτά ο Αυλωνίτης κατόρθωσε να αποφύγει την τυποποίηση σ' ένα μόνο ρόλο, μ' όλο που στην επιθεώρηση οι ηθοποιοί δύσκολα ξεφεύγουν από την παγίδα της. Πολλοί δε καταφεύγουν στην τυποποίηση σαν μοναδική λύση για την εξασφάλιση της επιτυχίας. Η πορεία του κωμικού προς την κορυφή θα συνεχισθεί τα επόμενα χρόνια όταν θα γίνει ευρύτερα γνωστός απο τον κινηματογράφο που τα χρόνια εκείνα γνώριζε τη χρυσή εποχή του.
Οταν ο Αυλωνίτης δέχθηκε τον πρωταγωνιστικό σόλο στην ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», το 1955, ίσως δεν γνώριζε πως το σωστά δοσμένο σενάριο, η σκηνοθεσία, οι ηθοποιοί, αλλά ειδικότερα το ταλέντο, η λιτή του παρουσία και οι γκριμάτσες του αγνού λατερνατζή θα τον καθιέρωναν σαν αστέρα πρώτου μεγέθους στο χώρο της κωμωδίας. Η ταινία αποδείχθηκε τόσο προσοδοφόρα για δημιουργούς και συντελεστές που γυρίστηκε η συνέχεια της «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» τον επόμενο χρόνο. Εδώ οι πλανόδιοι λατερνατζήδες (Αυλωνίτης - Φωτόπουλος) βοηθούν τη νεαρή Τζένη Καρέζη να αποκτήσει και πάλι την οικογενειακή γαλήνη και να ολοκληρώσει την ευτυχία της. Βέβαια, η πρώτη ταινία θεωρήθηκε πιο αυθεντική απ' τη δεύτερη ως συνήθως, αλλά ο Αυλωνίτης δεν σταματά εδώ. Θα συνεχίσει παίζοντας σε ταινίες και δημιουργώντας ένα ανεπανάληπτο κωμικό δίδυμο με τη Γεωργία Βασιλειάδου στην «Καφετζού» το 1956, «Η κυρία Δήμαρχος» το 1957 ή το «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο κοντός» το 1961 με τον Νίκο Ρίζο επιπλέον και το πασίγνωστο «Ο θησαυρός του μακαρίτη» το 1960.
Στην τελευταία ταινία ο Αυλωνίτης στο ρόλο ενός καλοκάγαθου νοικάρη που ακούει για κάποιον κρυμμένο θησαυρό στο σπίτι της ιδιοκτήτριας (Γεωργία Βασιλειάδου) και μηχανεύεται διάφορους τρόπους για να τον εξασφαλίσει. Και σ' αυτή την ταινία —παρ' όλο που αποτελεί κυρίως προσωπική επιτυχία της Βασιλειάδου— ο Αυλωνίτης με τη φυσική του παρουσία και τις εκφραστικές αλλαγές-μάσκες του αφελούς αλλά κατά βάθος κουτοπόνηρου νοικάρη, κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον ως το τέλος. Χαρακτηριστικό, εξάλλου, της τεχνικής του είναι και ο αυτοσχεδιασμός, η απόρριψη της ακριβής ακολουθίας του κειμένου από το οποίο ο Αυλωνίτης απομακρυνόταν χωρίς εξάρσεις, αλλά επινοώντας δικές του εξίσου επιτυχημένες ατάκες χάρις στην ευστροφία και το εξαιρετικό ταλέντο του. Το ταλέντο του διαφαίνεται και στην έξοχη ταινία του Γιώργου Τζα-βέλλα «Μια ζωή την έχουμε», όπως και στην προσωπική του επιτυχία «Μπαρμπα-Γιάννης Κανατάς».
Εδώ ο Αυλωνίτης καθ' όλα λαϊκός τύπος, στην παλιά όμορφη Πλάκα, πουλά κανάτια, τραγουδά και χαίρεται τη ζωή αποτάσσοντας το άγχος και κάθε στενοχώρια. Συμπρωταγωνιστές του σε παράλληλες ιστορίες οι Αλεξανδράκης, Κατ. Χέλμη, Στεφ. Ληναίος κ.ά. Η πορεία και η ενεργός συμμετοχή του Αυλωνίτη στον κινηματογράφο θα συνεχισθεί και θα επισφραγισθεί με συνεργασία όπως αυτή του Ορέστη Μακρή στο «Αμαξάκι», το 1957, ιδιαίτερα νοσταλγική ταινία που θίγει το πρόβλημα αντικατάστασης των αμαξιών από τα ταξί. Κι εδώ ο Αυλωνίτης κρατά το ρόλο ενός ανέμελου αμαξά, καλαμπουρτζή, παρορμητικού και αφελούς τύπου. Με τον Μακρή θα γυρίσει το «Της νύχτας τα καμώματα» τον ίδιο χρόνο και μαζί με τους Χατζηαργύρη, Σμαρούλα Γιούλη, Ν. Ρίζο, Γκιωνάκη και Φραγκίσκο Μανέλλη. Ακολουθούν οι ταινίες «Κατά λάθος μπαμπάς» (με τον Ρίζο), «Ο λεφτάς» (μαζί με τους Σμ. Γιούλη, Καμπανέλλη) και το «Οταν λείπει η γάτα» του Αλ. Σακελλάριου με τους Ρένα Βλαχοπούλου, Ν. Ρίζο, Ανδρ. Ντούζο, Γιάννη Βογιατζή κ.ά. Στην ταινία αυτή αξίζει να σημειώσουμε την παρουσία και το συνδυασμό του έξοχου ταλέντου του Αυλωνίτη και της Ρένας Βλαχοπούλου που από απλοί, λαϊκοί τύποι —υπηρέτες σε πλουσιόσπιτο— γίνονται για μια νύχτα οι ιδιοκτήτες του, προκαλώντας μια σειρά από αστεία καμώματα και φάρσες που οδηγούν σε μπλεξίματα και μπερδεμένες καταστάσεις.
Στις επόμενες ταινίες του ο Αυλωνίτης θα διατηρήσει το ίδιο ύφος του τάχα αφελούς και κουτοπόνηρου Ελληνα χωρίς να τυποποιείται, όμως, σ' ένα μόνο κινηματογραφικό χαρακτήρα. Το 1961 με τον Κώστα Χατζηχρήστο και την Αννα Φόνσου πρωταγωνιστεί στο «Εξυπνο πουλί» και με τους Φωτόπουλο, Γκιωνάκη, Ασημακοπούλου στη φαρσοκωμωδία «Αλλος για το εκατομμύριο» το 1963. Την ίδια χρονιά γυρίζεται η ταινία «3 κορίτσια απ' την Αμέρικα», «Ενας βλάκας με πατέντα» κι «Ενα έξυπνο μούτρο» με τον Κώστα Βουτσά, ταινίες χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις βασισμένες στη γνωστή συνταγή του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής. Η παρουσία του Αυλωνίτη εξάλλου και ο ρόλος ενός λαϊκού μουσικού «μπουζουκτσή» που ψάχνει για ταλαντούχο τραγουδιστή μένει αξέχαστη στην ταινία «Διπλοπενιές» το 1965. Δεν κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά οι ατάκες του και το ταλέντο του προσδίδουν στην ταινία το ύφος της κωμωδίας και το αυθεντικό λαϊκό στοιχείο στο οποίο ο Αυλωνίτης έχει αποδείξει την ικανότητα του. Η τελευταία παρουσία του στον κινηματογράφο είναι στην ταινία «Φοβάται ο Γιάννης το θεριό» το 1969, ένα χρόνο πριν το θάνατο του. Εξάλλου, η οικογενειακή ζωή του Αυλωνίτη παρέμεινε εκτός δημοσιότητας, αφού ο ηθοποιός έδωσε βάση στην καριέρα και το ταλέντο του και απέφυγε σκάνδαλα και κουτσομπολιά που δίνουν τροφή στον Τύπο. Παντρεύτηκε —όπως είναι γνωστό— με Αγγλίδα και απέκτησε μια κόρη. Δυστυχώς, όμως, δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για την προσωπική του ζωή ακόμη και σήμερα, παρ' όλο που το ταλέντο και η εμβέλεια του τόσο αγαπητού κωμικού είναι τεράστια δεν έχει γίνει ιδιαίτερη μνεία στο έργο του. Παραμένει στη σκιά άλλων, μ' όλο που ανήκει στους πρωτοπόρους της επιθεώρησης και από τους ελάχιστους κωμικούς που δεν τυποποιήθηκε σ' ένα μόνο ρόλο κάτι που λίγοι πετυχαίνουν. Η φυσική παρουσία του, ο αυτοσχεδιασμός και το ταλέντο του τον οδήγησαν στην ερμηνεία πολλών διαφορετικών ρόλων με έμφαση στο λαϊκό στοιχείο, αφού οι τύποι που ερμήνευσε —απ' τον πλανόδιο λατερνατζή ως τον κουτοπόνηρο νοικάρη— αποδόθηκαν τόσο αυθεντικά απ' τον ίδιο που θεωρήθηκαν προσωπικά του βιώματα... Η πληθωρική παρουσία του να γεμίζει την οθόνη και να τραγουδά το «Παλιομισοφόρια» είναι η πιο χαρακτηριστική σκηνή που έχει μείνει στη μνήμη των θεατών. Ευτραφής και αφελής ο πρωταγωνιστής με τα χέρια στη μέση —γνωστή και αγαπητή του στάση— φουσκωμένα τα μάγουλα, γκριμάτσες και όλο παράπονο και καημό η φωνή:
«Αχ, βρε παλιομισοφόρια...».
Αχ! βρε παλιομισοφόρια
Ένα βράδυ στη Καστέλα / σε μια όμορφη κοπέλα / που `παιρνε τ΄ απεριτίφ της / ρίχτηκι ένας τσίφτης / απ΄ την Κοκκινιά
Δεν εγνώριζε όμως ότι / τα `χε μ΄ ένα Πειραιώτη / Πειραιώτη ντερμπετέρη / σίδερο στο χέρι
άσσο στη μπουνιά
Αχ! βρε παλιομισοφόρια / τι τραβάν για σας τ΄ αγόρια
Αλλά και ο Κοκκινιώτης / ήταν παλληκάρι πρώτης /και στο τέλος και οι δύο / στο νοσοκομείο / πήγαν σηκωτοί
Και οι δυο σε αφασία / μα εκείνη σημασία / που τους έφαγε η μαρμάγκα / και με άλλο μάγκα έκανε χαρτί